ΥΠΑΙΝΙΓΜΟΙ ΤΗΣ ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑΣ

Φιλελεύθερος 6 Σεπτεμβρίου 2015

« Το πρόσωπο είναι ο αιχμαλωτισμός του είδους και η αγκύρωση του σε μια ουσία για να καταστεί εφικτή η ταυτοποίηση », υποστηρίζει ο Giorgio Agaben στις Βεβηλώσεις. Τη σάρκινη ουσία εξετάζει ο Νικόλας Αντωνίου και τις δυνατές προσαρμογές της σε μια περιοχή του σώματος που συγκεντρώνει όσο καμιά άλλη τα ειδικά γνωρίσματα: στο κεφάλι δηλαδή. Μέσα από μια κοινωνικά εγχαραγμένη προδιάθεση, ο καλλιτέχνης επιχειρεί ταυτοποιήσεις αλλά συνάμα, με μια αθέλητη επινοητικότητα απαγκιστρώνεται από αυτές – σχεδόν τις καταργεί – προσδίδοντας στο πρόσωπο όψεις ταγμένες να ξενίζουν, όψεις αλλόκοτες, καθόλου εύσχημες.

Ο Solomon Nikritin στο Γυναικείο πρόσωπο του 1918, στο Κεφάλι του 1920, σε δύο αυτοπροσωπογραφίες του 1920 και 1930 αντίστοιχα ή και ακόμα στο πολύ γνωστό του έργο Άντρας με ψηλό καπέλο του 1927 επιχειρεί κάποια προέκταση του κεφαλιού απλώνοντας το χρώμα σε περιοχές του σώματος ή του περίγυρου. Την ίδια περίοδο ο Vasili Chekrygin προτείνει μια Καθιστή γυναίκα (1918) με πρόσωπο ρευστό και άπλαστο.

Το 1926 ο Jean Fautrier δημιουργεί το Όρθιο γυμνό ιδωμένο από απέναντι. Με ισχυρές κάθετες πινελιές, ο ζωγράφος καταργεί την οργάνωση του προσώπου αφήνοντας να φαίνονται με τρόπο αμυδρό μονάχα οι οφθαλμικοί κόγχοι. Ένα χρόνο μετά, ο Fautrier χωρίς ενδοιασμούς σβήνει από το πρόσωπο ενός Μαύρου γυμνού μα και ενός Μικρού γυμνού ότι θα χάριζε ή θα φανέρωνε κάτι βαθύτερο αυτού που εικονίζεται. Τα έργα του γάλλου ζωγράφου που θα μπορούσαν να δεσμεύσουν υφολογικά τα εγχειρήματα του Αντωνίου, είναι εντούτοις ο Αιχμάλωτος-Κεφάλι με ραβδώσεις και το Μεγάλο τραγικό κεφάλι. Τα έργα – με υπόβαθρο πολιτικό – κρίνουν και μαρτυρούν συνάμα πεποιθήσεις, γεγονότα και συνθήκες μιας εποχής πολέμου. Προτάθηκαν από τον καλλιτέχνη το 1940 και 1942 αντίστοιχα, στην καρδιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι καμωμένα από μπρούντζο.

Η Γυναίκα με ομπρέλα (1935) του Γιώργου Μπουζιάνη και O ζωγράφος Νίκος Νικολάου με κοτιγιόν (1938) του Γιάννη Μόραλη πραγματεύονται τη δυνατότητα εκφραστικής του προσώπου έξω από σχηματικές δεσμεύσεις ή ενδείξεις. Στην υδατογραφία του Μπουζιάνη το πρόσωπο δεν βλέπει, δεν μιλά όμως οσφραίνεται. Μια ισχυρή γραμμή το σημαδεύει κάθετα. Σε αυτό του Μόραλη, το πρόσωπο μοιάζει να ρέει καθώς το νερουλό μελάνι που απλώθηκε στο ήμισυ του κεφαλιού το καθιστά υδάτινο.

Το 1946 ο Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας προτείνει το Κεφάλι γυναίκας: μελάνι με πέννα και πινέλο σε χαρτί. Στο έργο, το κάτω μέρος κεφαλιού γυναίκας σβήνει, σαν να βυθίζεται σε σκοτεινή περιοχή. Διοχετεύεται και προσαρτάται στο σκούρο φόντο της εικόνας.

Πεδίο μιας επικείμενης συντέλειας καθίσταται το πρόσωπο στα έργα του Francis Bacon. Από το 1941 και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ΄80, ο καλλιτέχνης μελετά τις δυσμορφίες που δεσμεύουν κάθε πάσχουσα όψη. Ξεχωρίζω τη Σπουδή για πορτρέτο ΙΙ / William Blake (1955), τις Τρεις σπουδές για πορτρέτο του George Dyer (1963), τα Κεφάλια Ι και VI (1947-48 και 1949 αντίστοιχα ) όπως επίσης τις σειρές Αυτοπροσωπογραφιών του.

Το 1973 ο Λούκας Σαμαράς προτείνει τις Φωτο-Μεταμορφώσεις. Πρόκειται για Polaroid με άμορφα πορτρέτα του ιδίου, καθώς το φωτογραφικό χαρτί υπόκειται σε χημικό εμποτισμό. Στα έργα, στοιχεία του προσώπου παραμένουν ευδιάκριτα, άλλα εντούτοις « διαβάλλονται » και άλλα καταργούνται. Την ίδια χρονική περίοδο η Αnnegret Soltau δημιουργεί κολάζ από σχισμένα φωτογραφικά χαρτιά, δεμένα με ραφές. Τα έργα συνιστούν αναπροσαρμογές προσώπων.

Πορτρέτα με λαδομπογιά σε καναβάτσο, τόσο ρευστά, χυμώδη, ασαφή και στρεβλωμένα προτείνει ο ιάπωνας Yang Shaobin (1963-). Στα έργα, το σώμα – κυρίως το κεφάλι – δοκιμάζεται: πνιγμένο στην οδύνη, κραυγάζει δύσμορφο, σχεδόν απαλλαγμένο χαρακτήρα.

Ο ιταλός Maurizio Anzeri (1969-) σκεπάζει με νημάτινους σχηματισμούς όψεις ανθρώπων σε ασπρόμαυρες παλιές φωτογραφίες. Επιχειρεί θα έλεγα την αναμόρφωση προσώπων – μέσω μια επικάλυψης υφαντικής – αφήνοντας ακάλυπτα τα μάτια και άλλοτε τη μύτη ή το στόμα.

Αναδεικνύοντας το μάρμαρο ως «εύπλαστο» υλικό, o άγγλος Daniel Silver (1972-) προτείνει κεφαλές και άλλα τμήματα του σώματος χωρίς πληροφορίες ή ενδείξεις που να μαρτυρούν ταυτότητα ή χαρακτήρα του ατόμου που απεικονίζεται. Τα έργα ακουμπούν σχεδόν αρχές ή και αξίες της αφαίρεσης.

« Ο πόνος θα είναι η πρωταρχική ύλη κάθε Δημιουργίας […] ύλη που δεν θα στερηθεί κανείς άνθρωπος … », υποστηρίζει σε ένα από τα Γράμματα εις εαυτόν ο Νικηφόρος Βρεττάκος. Σύμφωνα με τον ποιητή, όλοι οφείλουμε να παίρνουμε μια θέση απέναντι στο δράμα. Αν δεν το κάνουμε, τότε αυτό, κατά την άποψη του, αποτελεί « έσχατη πράξη » απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.

Ενώ το έργο μοιάζει να οδεύει στην κατάληξη του, άξαφνα ένα χέρι έρχεται να εμποδίσει το μορφική του πλήρωση. Χειρονομία ισότιμη μιας εναντίωσης, μιας παρεμπόδισης ή και ακόμα μιας κατάργησης; Το πρόσωπο ολοκληρώνεται, κλείνει θα έλεγα, όταν κυρίως αυτά που ονομάζουμε γνωρίσματα πάρουν τη θέση τους, εδραιωθούν. Τότε αυτό μπορεί να βλέπει, να ακούει, να γεύεται και να οσφραίνεται: είναι πλέον κυρίαρχο στοιχειωδών αισθήσεων. Αυτή την τάξη των αισθήσεων, αυτό το προίκισμα που επιτρέπει την αντίληψη του κόσμου ως είδος κοινωνίας – μιας μετάληψης – επιχειρεί ο Αντωνίου να αμαυρώσει. Τι να σημαίνει η απόσβεση περιοχών στο πρόσωπο; Βλαστήμια, απαξίωση, αναθεματισμό ή αποκήρυξη του είναι; Τι να σημαίνει, με μια πινελιά να χάνεται το στόμα ή το μάτι, σαν κάτι πέρασε και τράβηξε απομακρύνοντας τη σάρκα και τα χρώματα μαζί; Ποια υποψία θα έμοιαζε εγγύτερη σε μια πληρέστερη και άμεση αποσαφήνιση: υφαρπαγή της σάρκας προς όφελος μιας εντύπωσης – μιας εκφυλιστικής αλλοίωσης – ή μήπως ανάγκη διατύπωσης ενός μορφώματος, λυτρωτικού κυρίως για το σώμα. Αποσιώπηση, στέρηση λόγου. Ακύρωση της όρασης, μια σφράγιση. Που άραγε να σέρνει τη φωνή ή και το κοίταγμα η άκρατη χειρονομία της απόσβεσης; Και όταν αχνάδα αποκρύβει την φιγούρα, ποια έγνοια συννεφιάζει το κορμί, ποια ξομολόγηση μένει απρόδοτη; Κάτι σφραγίστηκε στο πίσω μέρος της στοματικής οπής ή κάτι ανασπάστηκε αφήνοντας το πρόσωπο ανεπαρκές, λειψό, με ένα κενό που ακολούθως ο ζωγράφος πλήρωσε με στρώση σάρκινη, πρωτίστως επουλωτική. « Η αλήθεια θα ήταν πράγματι αυτό το οτιδήποτε που υποβάλλει μια δυνατότητα μα που, ταυτόχρονα, την αναιρεί », γράφει ο Georges Bataille σε χειρόγραφο πρόλογο του Νεκρού (1944). Μια πρακτική συνειδητής απάλυνσης του πόνου ή μήπως

εθελούσια τεχνάσματα της όξυνσης του, επιχειρεί ο Αντωνίου; Άραγε οι στρεβλώσεις που εγγράφει στα πορτρέτα γυναικών δεν είναι παρά νύξεις μιας ανάγκης και μιας πρόθεσης να οδηγήσει κάθε πρόσωπο στη σφαίρα του α-πρόσωπου και συνεπώς και στην καθολική αναίρεση του;

Πόνος του σώματος, βαθύς, « κρυμμένος » ή πόνος « επιφάνειας », εξωγενής. Στον Πρώτο έρωτα (1945), απαριθμεί τους πόνους του ο Becket. Τόσοι πολλοί που κατορθώνει να τους γεύεται χωρίς ενόχληση και ενοχή. Και στο δοκίμιο για τη ζωγραφική των αδελφών Van Velde, Τον Κόσμο και το παντελόνι, που κυκλοφόρησε τον ίδιο χρόνο, διερευνά τρόπους και μελετά τις αφορμές αναπαράστασης κάθε αδυνατότητας δια μέσου της ζωγραφικής. « … Κατά βάθος η ζωγραφική δεν τους ενδιαφέρει. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι η ανθρώπινη μοίρα », αναφέρει χαρακτηριστικά. Όμοια στοχαστική προσέγγιση μοιάζει να υιοθετεί ο Αντωνίου. Υποστηρίζει μιαν αδυνατότητα: να δίνεται το σώμα στην ολότητα του, άθικτο, απίκραντο, αρτιμελές. Μια υποψία ταλανίζει τους ανθρώπους που τούς στερεί την στοιχειώδη δυνατότητα να δίνονται απείρακτοι και άτρωτοι. Στα έργα, το σώμα δεν μετακυλά προς μια αφάνεια. Ούτε χαρίζεται στη φυσική όμως εργώδη κίνηση της συστολής ή της απόκρυψης. Απλά ενδίδει σε ένα διχασμό: το πρόσωπο μέσα και έξω από το πρόσωπο. Ένα φευγιό από τη μια που το λυτρώνει και μια αποκατάσταση ενδοστρεφής από την άλλη προσδίδουν στις εικονιζόμενες μια κυριότητα ετερογένειας.

Ο Francis Bacon Στην ωμότητα των πραγμάτων, επισημαίνει στον συνομιλητή του την δυνατότητα στους ανθρώπους να αποποιούνται ιδιωμάτων τους υποστηρίζοντας ότι αυτοί « δεν είναι αμετάκλητα δέσμιοι της προσωπικότητας τους ». Βιώνουν μια κρίση, σύμφωνα με τον ίδιο, που την οφείλουν στην αντίληψη της θνησιμότητας τους και στην επίγνωση της ζωικής τους φύσης. Υπαινιγμούς μιας θνησιμότητας επιχειρεί ο Αντωνίου. Δανείζεται εκείνη την αξίωση του Bacon που μοιάζει για τον ίδιο απαράβατη αρχή: αναζητά « την βία των υπαινιγμών της ίδιας της εικόνας » όπως λέει, της ίδιας βίας που στο χρώμα και τη σάρκα εμφωλεύει.


Parse error: syntax error, unexpected ',', expecting ')' in /home/savvasch/public_html/wp-content/themes/gridlocked/footer.php on line 11