Ο ίλιγγος του αιωρούμενου νοήματος

«… και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ’ την δούλεψή της»
Κ.Π. Καβάφης, Ζωγραφισμένα

Τα έργα του Χριστοδουλίδη είναι στέρεες απεικονίσεις ενός απολύτως ρευστού σύμπαντος νοημάτων και σχέσεων. Η πρόταση εμπεριέχει ένα παράδοξο που στην περίπτωση των έργων αυτών είναι διαρκές, δεσπόζον, παίζον. Είναι επίσης ένα παράδοξο που άλλοτε συντελείται στο επίπεδο της γλώσσας, άλλοτε των υλικών, άλλοτε των όρων αντίληψης και άλλοτε των δυνατοτήτων της μνήμης και των ορίων της φαντασίας.

Ο Χριστοδουλίδης φαίνεται να ανατάσσει τα αντικείμενα με τον τρόπο των θεραπευτών. Να τα επανατοποθετεί δηλαδή στην θέση τους μετά την νοηματική εξάρθρωση που έχουν υποστεί, αποδίδοντάς τους ξανά όχι μια, κάποια, προσωπική ή συλλογική, αλλά αυτήν την πρωτογενή μεταιχμιακή τους θέση, την αιώρησή τους στο ιλιγγιώδες σύμπαν των πιθανοτήτων.

Όσο το έργο του εξελίσσεται, μέσα στα πέντε τουλάχιστον τελευταία χρόνια, τόσο ο ίλιγγος αυτός αυξάνει ενώ ταυτόχρονα οι κινήσεις που συνέχουν τα αντικείμενα γίνονται πιο απλές, ελάχιστες.

Η οδοιπορία για την ανεύρεση των αντικειμένων σβήνει από το πρώτο πλάνο, η νοσταλγία για τις δεδομένες αφηγήσεις τους δεν ανιχνεύεται καν, η ταχυδακτυλουργία στην επανεμφάνισή τους ως εκδοχών ατονεί, η σύνθεση είναι όλο και περισσότερο ένα θαυμάσιο ατύχημα, ένας ακινητοποιημένος ξαφνικά δισταγμός. Μια κάποια βία εξαιρετικά γοητευτική και απροσδιόριστη υποκαθιστά σταδιακά την περιέργεια για την ιστορία και τις θέσεις και θεάσεις της. Μέσα σε ένα περιβάλλον κλιμακούμενης κομψότητας ο Χριστοδουλίδης δεν επιχειρεί προς το «σάπιο» αλλά επιστρέφει από το «ψημένο» στο «ωμό» (για να θυμηθεί κανείς τις κατά Levi Strauss συνδέσεις). Γίνεται φανερό ότι δεν ψάχνει πια κάποιο κώδικα αλλά την άδηλη υπόσχεσή του.

«Οι δεσμοί ανάμεσα στα υποκείμενα και τα αντικείμενα γίνονται ένα κουβάρι», έγραφε ο Κώστας Αξελός (Το Παιγνίδι του Κόσμου) υπερασπιζόμενος την πλάνη που οδηγεί στην περιπλάνηση και μας ανοίγει σε αυτό που επέρχεται. Τελευταίο έρμα των έργων του Χριστοδουλίδη συνεχίζουν να είναι οι τίτλοι τους: και αυτοί ωστόσο υπακούουν στην «θεωρία της νάρκης», όπως την εννοούσε ο Ν.Γ. Πεντζίκης όταν παγίδευε με σκληρότητα τους ανάξιους μαθητές του. Παρασιτούν πάνω στα έργα επιτείνοντας την σύγχυση, πολλαπλασιάζοντας τις μπλόφες, παρασύροντάς μας σε ένα οιωνεί «μεταξύ»: Στον τόπο αυτό τα πράγματα δεν είναι ανοίκεια. Είναι άλλως-οικεία ή έτερο-οικεία, ακολουθούν μια καθημερινή ποιητική που ο ίδιος ο Χριστοδουλίδης ονομάζει «κέφι». Είναι αχρείαστα όσο τα ονόματα, κομψά όσο οι λεπίδες και φιλόξενα όσο οι καταπακτές αλλά γεννώνται σε μια ευ-θυμία και ζούνε στον αφρό της, κρέμονται κυριολεκτικά από την μετάδοσή της. Τα πράγματα, θα μπορούσε να πει κανείς, μας επισκέπτονται όπως εκείνη η αφρογεννημένη κυπριακή Αφροδίτη μέσα σε ένα πλανητικό κοχύλι, διαυγή, καινούργια, πανώρια και άγνωστα. Δεν μοιάζουν με ράκη αναμνήσεων, συμπονετικά και με κάποιο ταλέντο αποθησαυρισμένα. Δεν έχουν την σοβαρότητα των οιωνών και την βαρύτητα των τραυμάτων ή την ευθραυστότητα των ερειπίων και την αύρα των συγκρούσεων, τα στοιχεία εκείνα δηλαδή που συνιστούν την πιο αναγνωρίσιμη έκφραση της σύγχρονης αντιμνημειακής γλυπτικής. Δεν συνοδεύονται από πετιγκρί ακτιβισμού ή έστω πολιτικής πρόθεσης (ούτε καν στο πρόσφατο Λεκές με τον ευδιάκριτο χάρτη της Κύπρου). Δεν έχουν καν την μοιραία δυσλειτουργικότητα ή το άγχος του αρχείου που χαρακτηρίζει το σύγχρονο. Δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες του «πρωταρχικού» σουρεαλιστικού αντικειμένου αλλά φαίνεται να απηχούν τον περίφημο στίχο, «… πάντα για πρώτη φορά» (Andre Breton, Ποιήματα, 1948). Μοιάζουν πιο πολύ με την πλήρη αντιστροφή του παιδικού παιχνιδιού με τα λέγκο, όπου ο παιδικός νους μαθαίνει να ποδηγετεί τον τρισδιάστατο κόσμο και τον εαυτό του.

Όπως στο Jabberwocky που διαβάζει η Αλίκη στο ποίημα του Lewis Carroll, εδώ, στα αντικείμενα αυτά υπάρχει η υπόσχεση μιας ανόητης (non sense) γλώσσας η οποία, όπως ομολογεί η Αλίκη, είναι δυσκολονόητη και «γεμίζει το κεφάλι της με ιδέες», μόνο που δεν ξέρει ακριβώς ποιες. Ο θεατής των έργων του Χριστοδουλίδη βρίσκεται στην θέση της Αλίκης και για να δώσει μάλιστα μια κάποια λύση οφείλει, όπως ο εκάστοτε μεταφραστής της γλώσσας αυτής, να επινοήσει μια αντίστοιχη στο δικό του γνωστικό σύμπαν.

Αυτό το απερίγραπτο και ατελές φλερτ με την γλώσσα, μια ιδιαίτερη αίσθηση ειρωνείας και η συνεχής επαναδιαπραγμάτευση του ρόλου του καλλιτέχνη, που άλλοτε είναι τεχνίτης, κατασκευαστής («a maker») και άλλοτε κλέφτης νοημάτων, είναι που τοποθετούν τον Χριστοδουλίδη κοντά στον Marcel Duchamp. Λέγοντας ότι θα ήθελε «να αρπάζει τα πράγματα με το μυαλό όπως αδράχνεται ο φαλλός από το αιδοίο» ο Duchamp μιλούσε για μια γνώση με συντρόφους την ευχαρίστηση και την ευφορία και όλα σε ένα χρόνο με σκόπιμες καθυστερήσεις και συνεχείς διολισθήσεις. Αυτή την ίδια «ξεκούραση από την δούλεψη της τέχνης» για την οποία μίλησε και ο Αλεξανδρινός, νομίζω εννοεί και ο Χριστοδουλίδης.

Και παρά την ιδιαίτερη επιμέλεια που κάνει το παιχνίδι του να μοιάζει με «άσκηση νωχέλειας», και τις συναρμογές με τις οποίες πυκνώνει τον χώρο, όπως στην έκθεση αυτή, να μοιάζουν περισσότερο με μαγνητισμούς προσεκτικά μνημειωμένους παρά με ίχνη ραβδοσκοπισμών, διακινδυνεύω την εκτίμηση ότι, όπως στην περίπτωση του T.S. Eliot, είναι όλες «… το τραγούδι ενός πουλιού, το πήδημα ενός ψαριού… το άρωμα ενός λουλουδιού…» (The Use of Poetry). Ή για να το πει κανείς με τα λόγια του Joseph Conrad, στο Author’s Note, όταν προσπάθησε να εξηγήσει τους πραγματικούς στόχους και την καταγωγή της νουβέλας The Secret Agent, (η οποία παρεξηγήθηκε καθώς πραγματευόταν την απόπειρα ανατίναξης του Βασιλικού Παρατηρητηρίου στο Γκρίνουιτς το 1894 από αναρχικούς), και να περιγράψει την στιγμή και τον λόγο που η ιστορία του πήρε μορφή μέσα από την ξαφνική ενεργοποίηση μιας φράσης-παθητικής ανάμνησης: “All of a sudden, I felt myself stimulated. And then ensued in my mind what a student of chemistry would best understand from the analogy of the addition of the tiniest [.] drop of the right kind, precipitating the process of crystallization in a test tube containing some colourless solution. It was [.] a mental change, disturbed a quieted-down imagination, in which strange forms, sharp in outline but imperfectly apprehended, appeared and claimed attention as crystals will do by their bizarre and unexpected shapes [.] Then the vision of an enormous town presented itself, a monstrous town more populous than some continents [.] Slowly the dawning conviction of Mrs. Verloc’s maternal passion grew up to a flame between me and that background.At last the story of Winnie Verloc stood out complete from [.] childhood to the end.” (The Secret Agent, Cambridge University Press, 1990, p.6)


Parse error: syntax error, unexpected ',', expecting ')' in /home/savvasch/public_html/wp-content/themes/gridlocked/footer.php on line 11