Cogito ornamentale

Ο υλικός πολιτισμός για τον Σάββα Χριστοδουλίδη δεν είναι απαραίτητα εκείνος που ορίζεται μέσα από τη συνήθη αλαζονική καχυποψία για τη μαζική παραγωγή και το καθεστώς της υπερσυσσώρευσης των καταναλώσιμων αντικειμένων. Ο Χριστοδουλίδης δεν βλέπει τα αντικείμενα αποκλειστικά μέσα από τις καπιταλιστικές τους κρίσεις. Ακόμα και αν αποδέχεται τον «αινιγματικό» χαρακτήρα του προϊόντος ως εμπόρευμα που γεννιέται από την εμπειρία της εργασίας και ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει, δίνει στη γλυπτική το ηθικό πλεονέκτημα να μπορεί να αμφισβητεί τα δεδομένα της παραγωγής και να αναδιατυπώνει τους όρους της κατανάλωσης.

Συγκεκριμένα, ο καλλιτέχνης ξεκινά από το σημείο που η εκθεσιακή διάταξη του αντικειμένου είναι εξίσου σημαντική όσο και οι μηχανισμοί της παραγωγής του. Υπό αυτήν την έννοια, ο καλλιτέχνης εγκαταλείπει για λίγο το Κεφάλαιο του Μαρξ χωρίς να το κλείσει και ψηλαφίζει την «ψυχοπαθολογία της Καθημερινής Ζωής» του Φρόιντ. Ίσως, γι’ αυτό το λόγο τα πρώην χρηστικά αντικείμενα του γλύπτη αγγίζουν τα ενδιαφέροντα της σουρεαλιστικής παράδοσης, εκεί που η συναλλαγή των εμπορικών προϊόντων αποκτά ανθρωπομορφική προβολή και εντάσσεται σ’ ένα πλαίσιο ανάκλησης της μνήμης. Άραγε ποια είναι τα τεχνάσματα της ανάκλησής της;

Είναι η bella maniera, που εκφράζεται με τις σχολαστικές επιλογές και ανακατασκευές των λεπτομερειών αντικειμένων επίπλωσης, όπου η μετατόπιση της αρχικής τους ταυτότητας διαμορφώνει με απρόβλεπτο τρόπο μια διαφορετική αφήγηση. Μ’ ένα ρυθμό που στα ποικίλα του tempo αναδεικνύει τις δυνατότητες του καλλιτέχνη να χρησιμοποιεί με απαράμιλλη ευκολία τις διακοσμητικές γλώσσες, κάποιες φορές με χάρη και άλλες φορές λίγο πιο γκροτέσκα, ο γλύπτης Χριστοδουλίδης ελέγχει απόλυτα το μέσο του.

Ο Χριστοδουλίδης είναι ο εκφραστής ενός λεξιλογίου (του οποίου σίγουρα οι καταβολές ιστορικά βρίσκονται στο μανιερισμό) που έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί μικρόκοσμους σε κάθε επιφάνεια της ύλης, να αχρηστεύει την ανταλλακτική αξία του εμπορεύσιμου αντικειμένου και να της προσδίδει στοχαστικό βάθος. Η δική του, όμως, υφολογική διαδρομή δεν είναι θορυβώδης, τα γλυπτά του δεν μεταφέρουν ουτοπικές διακηρύξεις μέσα από την επικύρωση μιας οπτιμιστικής ρητορικής, ούτε εκείνης ενός ανήμπορου γοτθικού ηδονικού πένθους. Προτιμά τα εδάφια της μελαγχολίας που συνηθίζονται σε εσωτερικούς χώρους, εκείνες τις στιγμές όπου στη νοσταλγία δεν κρύβεται η επιθυμία να φέρουμε στο παρόν αυτό που υπήρξε, αλλά η επίγνωση ότι αυτό που ζήσαμε χάθηκε για πάντα. Ένας άλλος λοιπόν παράλληλος τρόπος (manierus) στον Χριστοδουλίδη θεμελιώνεται στα ανθρωπινά συναισθήματα διαμέσου των μορφολογικών δυνατοτήτων των αντικειμένων.

Την ίδια στιγμή που ο πλαστικός λόγος των γλυπτικών κατασκευών του φανερώνεται, η αρχική πηγή του σχεδιασμού των αντικειμένων-επίπλων διατηρείται ανέπαφη. Ο Χριστοδουλίδης φαίνεται ότι ενδιαφέρεται για την αντιληπτική καθαρότητα του αντικειμένου, αφού σχεδόν ποτέ δεν κρύβει τη δομική και σχεδιαστική του γραμμή. Υποστηρίζει την εμπλοκή του αποτελέσματος της σύνθεσης με το πρωτογενές τους ιδίωμα, και αυτό όχι από κάποια φορμαλιστική ή τεχνική αδυναμία, αλλά επειδή η κάθετη κατάργηση αυτής της συνθήκης θα διαμόρφωνε μια μεταφυσική συνθήκη που θα εναντιωνόταν στη σκοπιμότητα του εγχειρήματος και που δεν είναι άλλη από το σεβασμό του για μια ποιητική της καθημερινής πρακτικής που με τόσο ενθουσιασμό τη μοιράζεται στις κατασκευές του. Πρέπει να διατηρηθεί το ίχνος της προέλευσης, που είναι προϋπόθεση μιας διεύρυνσης της σχέσης μας με την ιστορία του πολιτισμού και ειδικά με τα ερωτήματα που προκύπτουν στη σχέση μας με τον υλικό πολιτισμό.

Το ζήτημα, έξαλλου, δεν είναι να εθελοτυφλούμε μπροστά στη χρηστική αρχική αξία του γλυπτικού αντικειμένου ώστε να αποδείξουμε την «υψηλή» αξία του έργου, αλλά αντίθετα να ενδυναμώσουμε στοιχεία που στην αρχική ταυτότητα της κατασκευής, πριν την ανασύνθεση και αναδιατύπωση, υπήρχαν ως δυνατότητες αλλά παθητικά είχαν εγκλωβιστεί από τις προτεραιότητες ενός αυστηρού μονόπλευρου χρηστικού προγραμματισμού. Και πάλι όμως, στο οικιακό αντικείμενο η ποιητική της καθημερινότητας επιστρέφει, επιστρέφει στην προσπάθεια να διασώσει το ρεαλισμό των βιωμάτων που έχουν συνδιαλλαγεί με το ανθρώπινο υποκείμενο. Ο κυνισμός που εκφέρει η καταγωγή της ύλης και η μετατροπή της σ’ εμπόρευμα δεν ακυρώνεται, ενώ συμπληρώνεται με τις επιπρόσθετες παθολογίες της απόκτησής του, της αγοράς του. Οι σχεδιαστικές ανακατατάξεις στο έργο του καλλιτέχνη μπορούν να καταλήγουν – ευτυχώς – και σ’ ένα ντελίριο διακοσμητικό καπρίτσιο, ώστε να λυγίσει η άκαμπτη εικόνα του ξύλινου τραπεζιού.

Tο πείσμα της περατότητας της άψυχης ύλης που είναι και η πρώτη εντύπωση όταν παρατηρείς έπιπλα στην ιδιωτική σφαίρα ή πολύ περισσότερο στις βιτρίνες των καταστημάτων, στο έργο του Χριστοδουλίδη ανατρέπεται με τις συμπλεγματικές περιπτύξεις και τις παραθέσεις αντικειμένων που διεκδικούν τη ζωτικότητα του παρόντος τους μέσα από μια σοφή σχεδιαστική πρόταση του παρελθόντος.


Parse error: syntax error, unexpected ',', expecting ')' in /home/savvasch/public_html/wp-content/themes/gridlocked/footer.php on line 11