‘My precious…’

Πρόκειται εν πολλοίς για ένα αντεστραμμένο ξόρκι. Κάτι λιγότερο από έναν αιώνα μετά τη στιγμή που ο Marcel Duchamp τοποθέτησε, μία αναποδογυρισμένη ρόδα ποδηλάτου σε ένα σκαμνί, δημιουργώντας όχι ένα έργο τέχνης αλλά την ‘αύρα’ που κατέστησε ένα ‘έργο’ ‘τέχνη’, ο Χριστοδουλίδης αναμοχλεύει – όπως πολλοί στο ενδιάμεσο αυτό διάστημα – την εικαστική εκείνη αλχημεία που συντηρεί την ευλογημένη ασάφεια, το αδικαιολόγητο των πραγμάτων.
θέτει ένα αντικείμενο – έναν παλιό βαρύτιμο πολυέλαιο – ‘εν αργία’. Σε θέση λειτουργικής παύσης ή καλύτερα ανάπαυσης. Η χρηστικότητα του ‘καθηλώνεται’, εάν δεν θεωρήσουμε ότι ακυρώνεται πλήρως. Η πολυτιμότητά του μετεωρίζεται στην κόψη μιας νέας κρίσης: Η αξία του ασύλληπτου, του άψαυστου, που το διέπει ως εκκρεμές καταργείται και το αντικείμενο, όντας κλινό πιά, προσφέρεται.
Η θέαση του απαιτεί, με αισθητικούς όρους, τη θέοη ‘του πουλιού’ αντί αυτής ‘του βατράχου’ ενώ θέαση και θέση οριοθετούνται από ξύλινες βέργες και ταυτόχρονα διαστέλλονται από το πρίσμα επανάληψης – παραλλαγής της υφής του έργου που υφαίνουν γύρω του οι δαντέλες από χαρτί και κρύσταλλα. Το πολύτιμο διαχέεται, ρέει από την εσκοτισμένη φωτοδόχη και ο Χριστοδουλίδης ανακαλεί το άτιτλο ποίημα του Cummings όπου το πολύτιμο γίνεται ύλη ρευστή, χρυσές παγιέτες που διαγράφουν σχηματιαμούς χυμένες γενναιόδωρα έξω από ένα σκοτεινό κουτί.
«Η ωραιότητα έγκειται στην εικασία της κίνησης ή της χειρονομίας…» έλεγε ο Duchamp και εγκαθιστούσε ένα φανάρι φωταερίου στο τέλος μιας ηδονοβλεπτικής διαδικασίας -εγκατάστασης στο πιο μυστικιστικό, το θεμελιώδες έργο των τελευταίων χρόνων της ζωής του (Etant donnes..[Δεδομένα..], 1946-66). 0 Hans Arp είχε ήδη μιλήσει για τη μετατόπιση ενός πυρήνα φωτός, «το γυρόφερμα δύο ήλιων σ’ένα κρεβάτι» σε ένα ποιήμα του στον Delaunay. Ο Arman συγκέντρωνε παλιά φανάρια αυτοκινήτων σε κουτιά από τζάμι (1960) και ο Dan Flavin ‘εμφύτευε’ έναν ενεργό λαμπτήρα σε μια γλάστρα [1962], Tα υπόλοιπα είναι ιστορία…
Στο έργο του Χριστοδουλίδη, η αποκαθήλωση του πολύτιμου – συντελούμενη μάλιστα σε ένα χώρο εξόχως ‘διακοσμημένο’ και αναπόφευκτα ανοίκειο όπως το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου -εμπεριέχει την ανάσταση της ουσίας του μέσα σε ένα νέο αχειροποίητο φως. Επιπλέον το παλιό ανέκδοτο των Σουρρεαλιστών αντιστρέφεται: δεν είναι η ‘banalite’ του κοινού αντικειμένου που αναδύεται ως αξία αλλά η ‘αξία’ του που αποκαθίσταται με χιούμορ και τρυφερότητα ως banalite.
Εν κατακλείδι, όπως με το ακαταμάχητο δαχτυλίδι στο έργο του J.R.R.Tolkien, πολύτιμο είναι μόνο ό,τι δε μας κατέχει.

 

1. The artist selects the ready-made appliance container for its total lack of either good or bad taste and for the optical indifference it incites. Cardboard boxes are
neither liked nor found repulsive… they are so banal as to generate no aesthetic reaction.
2. One senses that the selection of the tree beside the human shape cannot be coincidental. Pulmonary and vascular “trees” – the branching of the circulatory
system and the ramifications of the bronchi – transpose human organisms onto the actual trees of nature.


Parse error: syntax error, unexpected ',', expecting ')' in /home/savvasch/public_html/wp-content/themes/gridlocked/footer.php on line 11